πεδίο /peˈðio/ Noun

English
field
Italiano
campo

Example

  • Έπρεπε να διασχίσουμε ένα οργωμένο [αγρός / χωράφι / λειβάδι] για να φτάσουμε.
  • We had to walk across a ploughed field.
  • Το 'αγρός' είναι πιο αγροτικό, το 'πεδίο' πιο γενικό.