παρασύρω /paraˈsiro/ Verb

English
tempt
Italiano
invogliare

Example

  • Ο ζεστός καιρός με [πειράζει] (παρασύρω / δελεάζω / ελκύω) να πάμε για περπάτημα.
  • The warm weather tempted us to go for a walk.
  • Εδώ το 'πειράζω' είναι η πιο φυσική, καθημερινή επιλογή.