Πειθαρχία /pi.θarˈci.a/ Noun
- English
- discipline
- Italiano
- disciplina
Example
- Το σχολείο έχει φήμη για υψηλά πρότυπα **πειθαρχίας** (αυτοέλεγχος / τάξη / αυστηρότητα) — η ατμόσφαιρα είναι πάντα σοβαρή.
- The school has a reputation for high standards of discipline.
- Εδώ η «πειθαρχία» είναι η γενική συμπεριφορά.