ΠΕΠΟΙΘΗΣΗ /peˈpiθisi/ Noun

English
conviction
Italiano
convinzione

Example

  • Η απόδειξη ήταν αρκετή για να επιτευχθεί η **καταδίκη**.
  • The evidence was sufficient to secure a conviction.
  • Εδώ χρησιμοποιείται η νομική έννοια.