ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΩ /perilamˈvano/ Ρήμα
- English
- encompass
- Italiano
- assorbire
Example
- Η δουλειά [περιλαμβάνει] (αγκαλιάζει / καλύπτει / περιέχει) ένα ευρύ φάσμα αρμοδιοτήτων.
- The job encompasses a wide range of responsibilities.
- Το 'περιλαμβάνει' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή εδώ.