περίπλοκος /peˈriplokos/ Adjective
- English
- complicated
- Italiano
- complicato
Example
- Οι νέοι φορολογικοί νόμοι είναι απίστευτα [περίπλοκοι]. [Περίπλοκος / Δυσνόητος / Δαιδαλώδης] — Οι νέοι φορολογικοί νόμοι είναι απίστευτα δυσνόητοι.
- The new tax laws are incredibly complicated.
- Εδώ τονίζουμε τη δυσκολία στην ανάλυση των νόμων.