Περιττό /peɾitˈo/ Adjective

English
unnecessary
Italiano
superfluo

Example

  • Κρίθηκε ένοχος για πρόκληση περιττών (περιττού / αχρείαστου / πλεονάζοντος) ταλαιπωρίας στα ζώα.
  • They were found guilty of causing unnecessary suffering to animals.
  • Το 'περιττός' είναι το πιο κομψό εδώ.