Περιβάλλον /peɾiˈvalon/ Noun

English
environment
Italiano
ambiente

Example

  • Η ρύπανση καταστρέφει το **περιβάλλον** — ο κόσμος / ο τόπος / η φύση.
  • Pollution is damaging the environment.
  • Το 'περιβάλλον' είναι η πιο ουδέτερη επιλογή.