πιπέρι /piˈperi/ Noun

English
pepper
Italiano
pepe

Example

  • Αλατοπιπερώνω τη σούπα με λίγο [πιπέρι] (αλάτι και πιπέρι / καρύκευμα / μπαχαρικό).
  • Season the soup with salt and pepper.
  • Το 'αλατοπιπερώνω' είναι η μαγική λέξη για αλάτι και πιπέρι μαζί.