Πιθανότητα /pθaˈvɔtita/ Noun

English
likelihood
Italiano
probabilità

Example

  • Η **πιθανότητα** (απόδοση / εκτίμηση / μέτρηση) να είναι το τρένο στην ώρα του είναι μικρή.
  • There is little likelihood of the train being on time.
  • Εδώ η «μικρή» (little) μεταφράζεται ως «μικρή» ή «ελάχιστη».