πηγή /piˈi] Noun

English
source
Italiano
fonte

Example

  • Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι ζωτικής σημασίας για τον πλανήτη.
  • Renewable energy sources are vital for the planet.
  • Εδώ η «πηγή» είναι το φυσικό σημείο εκκίνησης.