πλέω /ˈplɛo/ VerbEnglishsailItalianoveleggiareExampleΤο ιστιοφόρο [πλέω (αόρ.) — πλέει/πλέει/πλέει] στο λιμάνι το μεσημέρι.We sail into the harbor at noon.Το 'πλέω' είναι η πιο άμεση μετάφραση για την κίνηση στο νερό.