πληρωμή /pliɾoˈmi/ Noun

English
payment
Italiano
pagamento

Example

  • Με ποια μέθοδο [πληρωμής] προτιμάτε; (Αντίτιμο / Εξόφληση / Καταβολή)
  • What method of payment do you prefer?
  • Η 'πληρωμή' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.