πολεμικός /po.le.miˈkos/ Επίθετο
- English
- martial
- Italiano
- marziale
Example
- Η χώρα έχει μακρά ιστορία [πολεμικών] παραδόσεων.
- The country has a long history of martial traditions.
- Εδώ το 'πολεμικός' καλύπτει την έννοια της παράδοσης και της κουλτούρας.