ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ /evʝeˈnikos/ Adjective
- English
- civil
- Italiano
- civile
Example
- Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει ευρεία [πολιτική / αστική] αναταραχή.
- The government is facing widespread civil unrest.
- Εδώ το 'πολιτικός' (civil/political) είναι πιο συχνό για αναταραχές.