παλιός/α/ό (ως επίθετο), χρόνια τώρα (ως επίρρημα) παλιός/α/ό Adjective

English
long-time
Italiano
di lunga data

Example

  • Είναι μια **πολύχρονη** κάτοικος της πόλης. (παλαιός κάτοικος / σταθερός / εδραιωμένος)
  • She is a long-time resident of the city.
  • Το 'πολύχρονος' τονίζει τη διάρκεια της παραμονής.