ποντίκι /ponˈdici/ Noun
- English
- mouse
- Italiano
- topo
Example
- Το μικρό ποντίκι έτρεξε πίσω από την ντουλάπα, σαν να έβλεπε μια σκηνή από την ταινία [Σκηνή Τρόμου / Σκηνή Δράσης / Σκηνή Γέλιου].
- The house mouse scurried behind the cupboard.
- Η λέξη 'ποντίκι' είναι η πιο κοινή και ουδέτερη επιλογή.