ποσότητα /posoˈtita/ NounEnglishquantityItalianoquantitàExampleΗ συνταγή απαιτεί μια συγκεκριμένη ΠΟΣΟΤΗΤΑ αλευριού. [Μέτρηση / Εκτίμηση / Ακριβής]The recipe requires a specific quantity of flour.Εδώ η 'ποσότητα' είναι μετρήσιμη και κρίσιμη.