πράγματα /praˈɣmata/ Noun

English
stuff
Italiano
cose / roba

Example

  • Τι είναι όλα αυτά τα κολλώδη **πράγματα** στο χαλί;
  • What's all that sticky stuff on the carpet?
  • Εδώ το 'πράγματα' καλύπτει την αοριστία του 'stuff'.