Αυτή τη στιγμή / Παρόντως /paˈron.d͡zos/ Adverb
- English
- presently
- Italiano
- attualmente
Example
- Η πρόταση βρίσκεται **αυτή τη στιγμή** υπό αξιολόγηση.
- The project is presently under review.
- Εδώ το 'presently' σημαίνει 'τώρα', τονίζοντας τη συνεχιζόμενη κατάσταση.