Προαγωγή /pro.a.ʝoˈmi/ Noun
- English
- promotion
- Italiano
- promozione
Example
- Η νέα δουλειά είναι μια [προαγωγή] για εκείνον — μια πραγματική [ανέλιξη] / [αναβάθμιση] της καριέρας του.
- The new job is a promotion for him.
- Η 'προαγωγή' είναι ο πιο άμεσος και συνηθισμένος όρος για την επαγγελματική άνοδο.