Προειδοποιώ /proi̯ðopoˈi̯o/ Verb
- English
- warn
- Italiano
- avvertire
Example
- Προσπάθησα να τον **προειδοποιήσω** (αποτρέπω / νουθετώ / ελέγχω), μα δεν άκουγε.
- I tried to warn him, but he wouldn't listen.
- Το 'προειδοποιώ' είναι η πιο άμεση και συχνή επιλογή.