Ευημερία / Κοινωνική Πρόνοια /evimɛˈria/ Noun
- English
- welfare
- Italiano
- benessere
Example
- Μας απασχολεί βαθιά η **πρόνοια** του παιδιού. (Φροντίζω/Φροντίσω)
- We are deeply concerned about the child's welfare.
- Εδώ η 'πρόνοια' καλύπτει την ανάγκη για συνεχή φροντίδα.