προσαρμόζω /prosaɾˈmozo/ Verb
- English
- adjust
- Italiano
- regolare
Example
- Πρόσεχε τις απότομες στροφές και **προσαρμόζεις** την ταχύτητά σου.
- Watch out for sharp bends and adjust your speed accordingly.
- Εδώ χρησιμοποιείται το ενεστώτας για συνεχή δράση.