ΕΠΙΔΙΩΞΗ / ΑΓΩΝΙΖΟΜΑΙ /epiˈðioksi/ Noun
- English
- endeavour
- Italiano
- impegno
Example
- Η αποστολή ήταν ένας τολμηρός αγώνας (προσπάθεια / εγχείρημα / μόχθος) για να χαρτογραφηθεί ο βυθός του ωκεανού.
- The mission was a bold endeavour to map the ocean floor.
- Εδώ το 'αγώνας' τονίζει τη δυσκολία και τη δέσμευση.