Προσπαθώ / Προσπαθήσω /pro.spaˈθo/ Verb

English
try
Italiano
provare

Example

  • Δεν ξέρω αν μπορώ να έρθω, αλλά θα το **προσπαθήσω**.
  • I don't know if I can come, but I'll try.
  • Εδώ χρησιμοποιείται ο τελικός αόριστος για την πρόθεση.