Προστατεύω /pro.steˈvɔ/ Verb
- English
- protect
- Italiano
- proteggere
Example
- Το αντηλιακό βοηθάει να [προστατεύω] το δέρμα μου από τις ακτίνες UV.
- Sunscreen helps protect your skin from UV rays.
- Η χρήση του ενεστώτα δείχνει τη συνεχή δράση του αντηλιακού.