πρόταση /proˈta.si/ Noun

English
proposal
Italiano
proposta

Example

  • Η κυβέρνηση κατέθεσε την πρόταση μείωσης των εκπομπών άνθρακα. [Η πρόταση / Η εισήγηση / Το σχέδιο] — της: Η κυβέρνηση κατέθεσε την πρόταση μείωσης των εκπομπών άνθρακα.
  • The government released a proposal to reduce carbon emissions.
  • Εδώ η 'πρόταση' είναι επίσημη και νομικά δεσμευτική.