Σκοπός /skoˈpos/ Noun
- English
- intent
- Italiano
- intenzione
Example
- Αρνείται ότι κατείχε την ουσία με δόλια πρόθεση (με την πρόθεση να διακινήσει).
- She denies possessing the drug with intent to supply.
- Στην νομική, η 'πρόθεση' είναι το κλειδί για την ενοχή.