Πρόθεση /proˈθɛsi/ Noun

English
intention
Italiano
intenzione

Example

  • Δεν έχω καμία απολύτως [πρόθεση] — του [σκοπού] / του [βουλήματος] να παρατήσω τη δουλειά μου.
  • I have no intention of quitting my job.
  • Το «καμία απολύτως» τονίζει την έλλειψη βούλησης.