Πρωτόκολλο /pro.toˈko.lo/ Noun
- English
- protocol
- Italiano
- protocollo
Example
- Το διπλωματικό [πρωτόκολλο] (κώδικας/κανονισμός/διαδικασία) είναι αυστηρό στις συναντήσεις κορυφής.
- The embassy staff were trained in diplomatic protocol.
- Εδώ τονίζεται η τυπική συμπεριφορά.