πρόβλεψη /próvlepsi/ Noun

English
prediction
Italiano
previsione

Example

  • Τα αποτελέσματα του πειράματος επιβεβαίωσαν τις **προβλέψεις** μας. [Η μαντεψιά / Η εκτίμηση / Η εικασία] — της: The results of the experiment confirmed our predictions.
  • The results of the experiment confirmed our predictions.
  • Εδώ χρησιμοποιείται η καθαρή, επιστημονική έννοια.