προβλέψιμος /pro.vleˈpi.mos/ Επίθετο

English
predictable
Italiano
prevedibile

Example

  • Ο καιρός σε αυτό το νησί είναι αρκετά **προβλέψιμος**.
  • The weather in this region is quite predictable.
  • Εδώ τονίζουμε τη σταθερότητα του κλίματος.