ψηφίζω /p͡sifˈiːzo/ Noun

English
vote
Italiano
votare / voto

Example

  • Η τελική [ψήφος] ήταν ομόφωνη.
  • The final vote was unanimous.
  • Εδώ η 'ψήφος' είναι το αποτέλεσμα της πράξης.