ψιθυρίζω /psiθiˈrizo/ Noun

English
whisper
Italiano
sussurro

Example

  • Άκουσα έναν αχνό ψίθυρο από τον διάδρομο. (ψιθύρισμα / μουρμούρα / σιγανή φωνή)
  • I heard a faint whisper from the hallway.
  • Το 'αχνός' τονίζει την αδυναμία του ήχου.