Πυρετός /piˈre.tos/ Noun

English
fever
Italiano
febbre

Example

  • Έχει υψηλό [πυρετός / ρίγος / θερμοκρασία] — είναι χάλια.
  • He has a high fever.
  • Το «είναι χάλια» είναι πολύ κοινό για να δείξει πόσο άσχημα νιώθει.