ερέθισμα /eˈreθizˌma/ VerbEnglishtriggerItalianoinnescareExampleΟ καπνός [πυροδότησε] τον συναγερμό της φωτιάς.The smoke triggered the fire alarm.Εδώ το 'πυροδοτώ' είναι η πιο ταιριαστή λέξη για τεχνική ενεργοποίηση.