ρητορική /ri.to.riˈci/ Noun

English
rhetoric
Italiano
retorica

Example

  • Η ρητορική της καμπάνιας εστίαζε στον φόβο και όχι στην πολιτική.
  • The rhetoric of the campaign was focused on fear rather than policy.
  • Εδώ η 'ρητορική' είναι η στρατηγική των λόγων.