σαφώς /saˈfɔs/ Adverb
- English
- explicitly
- Italiano
- esplicitamente
Example
- Οι οδηγίες ρητά αναφέρουν πώς να κάνετε επανεκκίνηση της συσκευής.
- The instructions explicitly state how to reset the device.
- Το 'ρητά' δίνει έμφαση στην προφορική ή γραπτή δήλωση.