Σπάω / Ρωγμή /kræk/ NounEnglishcrackItalianocrepaExampleΑυτή η κούπα έχει μια **ρωγμή** στο χείλος της.This cup has a crack in it.Η 'ρωγμή' είναι η πιο φυσική επιλογή για μικρά αντικείμενα.