Διακανονισμός Διακανονισμός Noun

English
arrangement
Italiano
accordo

Example

  • Οι [Ρύθμιση] για το ταξίδι και τη διαμονή έχουν οριστικοποιηθεί.
  • Travel and accommodation arrangements have been finalized.
  • Η «ρύθμιση» είναι η πιο συνηθισμένη λέξη για τα logistics.