ρυθμιστικός /riθmistikós/ Επιθετικό
- English
- regulatory
- Italiano
- normativo
Example
- Οι [ρυθμιστικός: κανονιστικός / εποπτικός / επιβλέπων] αρχές ερευνούν τη συγχώνευση.
- The regulatory authorities are investigating the merger.
- Εδώ το 'ρυθμιστικός' είναι ο πιο τυπικός όρος για τις κρατικές δομές.