σάρκα /ˈsar.ka/ Noun

English
flesh
Italiano
carne

Example

  • Η παγίδα είχε κόψει βαθιά στη [σάρκα] του κουνελιού.
  • The trap had cut deeply into the rabbit's flesh.
  • Εδώ η σάρκα δηλώνει το ζωντανό, τραυματισμένο μέρος.