σχολιασμός /sxo.lja.zmos/ Noun

English
commentary
Italiano
analisi

Example

  • Ο αθλητικός **σχολιασμός** (ανάλυση / ερμηνεία / κριτική) μεταδόθηκε ζωντανά.
  • The sports commentary was broadcast live.
  • Στην τηλεόραση, το «σχολιασμός» είναι η λέξη-κλειδί για το live sportscasting.