σεξουαλικότητα /seksoaliˈtita/ Noun
- English
- sexuality
- Italiano
- sessualità
Example
- Ένιωσε ενδυναμωμένη αφού αποδέχτηκε πλήρως τη [σεξουαλικότητά] της.
- She felt empowered after coming to terms with her sexuality.
- Η αποδοχή είναι κεντρική έννοια στη σύγχρονη ελληνική συζήτηση.