σεξουαλικός /seksoaliˈkos/ Adjective

English
sexual
Italiano
sessuale

Example

  • Η κλινική παρέχει δωρεάν σεξουαλικούς ελέγχους υγείας.
  • The clinic provides free sexual health screenings.
  • Η λέξη 'σεξουαλικός' εδώ είναι ο πιο άμεσος και ουδέτερος όρος.