Σημαντικός /simanˈdikos/ Adjective
- English
- important
- Italiano
- fondamentale
Example
- Αυτή είναι μια **σημαντική** απόφαση για το μέλλον μας.
- This is an important decision for our future.
- Η λέξη 'σημαντικός' (σημαντικός / ουσιώδης / βαρυσήμαντος) δίνει βάρος στο αποτέλεσμα.