σιτάρι /siˈtari/ Ουσιαστικό
- English
- wheat
- Italiano
- grano
Example
- Οι αγρότες ετοιμάζονται να θερίσουν [το σιτάρι] — του [αλεύρου] / [του σίτου] / [του σταχυού].
- The farmers are preparing to harvest the wheat.
- Η λέξη 'θερίζω' είναι η μαγνητική επιλογή εδώ.