σκάλα /ˈska.la/ Noun

English
ladder
Italiano
scala

Example

  • Χρησιμοποίησε την [σκάλα] (σκαλοπάτι / κλιμάκιο / βαθμίδα) για να φτάσεις στο μπαλκόνι.
  • He set up the ladder to clean the windows.
  • Η «σκάλα» είναι η πιο κοινή λέξη για το εργαλείο.