Νομίζω /noˈmizo/ Verb

English
think
Italiano
pensare

Example

  • Πραγματικά φρονώ (σκέφτομαι / νομίζω / φρονώ) ότι θα κερδίσει τον αγώνα;
  • Do you really think he'll win the race?
  • Εδώ το «φρονώ» δίνει μια πιο προσωπική, βαθιά εκτίμηση.